«BATTLEFIELD» του Peter Brook : Κριτική της Παράστασης.

Από τη Σμαρώ Κώτσια.

“BATTLEFIELD”  Στο θέατρο «ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»

«Ένας άνδρας διασχίζει έναν άδειο χώρο κι ένας άλλος τον παρακολουθεί.
Αυτά είναι όσα χρειάζονται για να υπάρξει θέατρο».
                                                                                      «Κενός Χώρος»

Μετουσιώνοντας αυτές τις σκέψεις του σε πράξη, ο Πήτερ Μπρούκ παρουσίασε το «Battlefield» στην Αθήνα, δύο χρόνια μετά την «Κοιλάδα των  Εκπλήξεων» μια συμπυκνωμένη προσέγγιση μέρους του γιγαντιαίου Σανσκριτικού έπους «Μαχαμπαράτα».   Ένα από τα τρία σημαντικότερα Ινδικά έπη, 7 φορές μεγαλύτερο από την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» και 15 φορές από την Βίβλο. Όπως το δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος της παράστασης πρόκειται για το «Πεδίο μάχης» και τα επακόλουθα του τέλους ενός μακροχρόνιου και αιματηρού πολέμου για τη διαδοχή ανάμεσα στους Καουράβα και τα εξαδέλφια τους Παντάβα. Ο Πήτερ Μπρούκ μαζί με την εδώ και πολλά χρόνια συνεργάτιδά του, Μαρί – Ελέν Ετιέν, 30 χρόνια μετά το αρχικό ανέβασμα (1986) της «Μαχαμπαράτα» σε μια εννιάωρη παράσταση στις όχθες του ποταμού Ροδανού, παρακινούμενος από την αποτρόπαιη τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι τον περασμένο Νοέμβριο, δημιούργησε αυτή τη λιτή, 70 λεπτών, παράσταση. 

Το έργο

Το «Battlefield» ξεκινά με την επόμενη μέρα του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου που βρίσκει νικητή τον Yudhisthira  από την πλευρά των Παντάβα.  Ο Yudhisthira οφείλει να διαχειριστεί αυτήν την πύρρειο νίκη αναλαμβάνοντας αφ’ ενός να κυβερνήσει μια χώρα βουτηγμένη στο συγγενικό αίμα και στο θρήνο των γυναικών και αφ’ ετέρου να αντιμετωπίσει την συνείδησή του που τον ελέγχει για τις φρικτές πράξεις του και για το θανατικό που σκορπίστηκε στη χώρα. Ζητά βοήθεια από την μητέρα, Kunti,  αλλά και από τον εχθρό του, τον τυφλό βασιλιά Ντιταράστρα που έχασε 100 γιούς σ’ αυτόν τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Αυτοί  οι δύο μέσα από διηγήσεις, μύθους και παραβολές προσπαθούν να του μεταδώσουν το νόημα του διαρκή αγώνα του ανθρώπου για την επιβίωση θέτοντας ερωτήματα για τη δύναμη της αλήθειας, την έννοια της αυτοθυσίας, την αξεπέραστη δύναμη του πεπρωμένου, την ματαιότητα της αμάχης, για την ανθρώπινη φύση που χωρίς να επαναλαμβάνει τα ίδια ολέθρια λάθη, εάν μπορεί να δημιουργήσει έναν καινούργιο κόσμο, την αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης και την διάκριση ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μέσα από αυτές τις ένθετες διηγήσεις αναδύεται μια αύρα αποκαλύπτοντας την συνύφανση αρχέγονων τραγικών μύθων και παραβολών που εμφανίζονται σε διάφορες περιοχές της υφηλίου ανά τους αιώνες.

Όπως όταν η Kunti, μητέρα του νικητή, ζητά από τον  γιό  της να θάψει τον νεκρό αδερφό του, Kάρνα αρχιστράτηγο του εχθρού, παραπέμπει στους «Επτά επί Θήβας» και στον αδελφοκτόνο πόλεμο για την εξουσία. Ακόμα η ιστορία του Κάρνα, γιού του Ήλιου (Surya), o οποίος σώζεται μέσα σ’ ένα κουτί στα νερά του Γάγγη προσπαθώντας έτσι να τον κρατήσει κρυφά στη ζωή η πριγκίπισσα μητέρα του, Kunti  παραπέμπει στο μύθο της Δανάης που για να σώσει το γιό της Περσέα, παιδί του Δία, τον έβαλε σ’ ένα κιβώτιο που έφτασε στην Σέριφο ή και στην σωτηρία του Μωυσή μέσα σ’ ένα καλαθάκι στα νερά του Νείλου. Επίσης η αναχώρηση του τυφλού Ντιταράστρα και της Kunti συνοδού του, στο δάσος για εξαγνισμό και προετοιμασία για την μετάβαση στην άλλη ζωή παραπέμπει το δίχως άλλο στον «Οιδίποδα επίι Κολωνώ».

Η παράσταση

O «γκουρού» της θεατρικής σκηνής, ο επίμονος ερευνητής διαφόρων μορφών παραδοσιακών θεάτρων, ο ηλικίας 91 ετών Πήτερ Μπρούκ με το «Battelefield» καταθέτει μια μίνιμαλ εκδοχή, μέρους της τεράστιας «Μαχαμποουράτας», παρουσιασμένη μόνο από 4 ηθοποιούς: μια γυναίκα, ηθοποιό από την Ρουάντα  Carole Karemera, και 3 άνδρες, τον Jamed Mcnneill, τον Ery Nzaramba και τον Sean o’ Callaghan από την Ιρλανδία και ένα βιρτουόζο στο είδος του μουσικό τον Toshi Tsuchitori, που συμμετείχε στην πρώτη εκδοχή της Μαχαμποουράτας». Ο συγγραφέας του «Κενού Χώρου» (1968) έστησε την παράστασή του με έναν απέριττο τρόπο: τρία μεγάλα δοκάρια όρθια στο βάθος της σκηνής, δεξιά και αριστερά σκόρπια μακρυά καλάμια – ακόντια, απομεινάρια του εμφύλιου σπαραγμού και στο κέντρο ένας γκρίζος μικρός κύβος. Στα δεξιά,  επί  της σκηνής σε όλη την διάρκεια της παράστασης, ο Toshi Tsuchitori, με τα επιδέξια δάχτυλά του, χτυπά ρυθμικά ένα Ιαπωνικό παραδοσιακό τύμπανο δημιουργώντας μια μαγική σχέση ανάμεσα στους θεατές και στην σκηνή. Αυτός ο εναλλασσόμενος ρυθμικός ήχος του τυμπάνου κλείνει την παράσταση καλύπτοντας την «εκκωφαντική» σιωπή. Οι φωτισμοί του Philippe Vialatte, ο οποίος συνοδεύει την παράσταση στη περιοδεία της, προσαρμοσμένοι στο χώρο δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα αποδίδοντας το ψυχισμό των ηρώων και τις διάφορες καταστάσεις. Οι τέσσερις ηθοποιοί, με λόγο καθαρό και εκφραστικό και με τρόπο εξαιρετικά λιτό υποδύονται πολλαπλούς ρόλους – ήρωες, θεούς, ημίθεους, ερπετά, πουλιά – χρησιμοποιώντας για την μεταμφίεσή τους απλά στοιχεία: μακρυά κασκόλ, λεπτά καλάμια σκούρα παλτό, υφαντά, πανιά στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος.  Τα κοστούμια της Oria Puppo στις αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου ακολουθούν το απλό ύφος  του δημιουργού της παράστασης, δημιουργώντας αντίθεση με το γήινο χρώμα του δαπέδου της σκηνής.  Ο σοφός δάσκαλος του θεάτρου δόμησε το «Battlefield» απλά, όχι απλοϊκά – γιατί η μεγαλύτερη σοφία βρίσκεται στο να αποποιείσαι τα περιττά – με μια αλληλουχία σκηνών παραπέμποντας στο πνεύμα και στην ουσία της αρχαία τραγωδίας.

Μια «παραμυθένια» παράσταση, παρακαταθήκη στου μυστικιστή Πήτερ Μπρούκ, στο γέρμα της ζωής του, η οποία αγγίζει βαθιά το αίσθημα και το συναίσθημα των θεατών, μια «παραμυθία» για τα δεινά που επαναλαμβάνονται ανά τους αιώνες αλλά και για την ατέρμονη αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης.

“BATTLEFIELD” Στο θέατρο «ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»

 

 

 

error: Θεατρικά Προγράμματα