Αναστασία Ρεβή : « Πιστεύω στη δύναμη των πόλεων, πιστεύω στην Θεσσαλονίκη ».

005_ANASTASIA REVI_photo by YIANNIS KATSARIS

“Μακμπέθ”, όνομα αλλόκοτο σαν την ομίχλη της μακρινής Σκωτίας. Στα κάστρα ζουν σκιές, δολοφόνοι και υπνοβάτες. Μάγισσες ξεφυτρώνουν από τα δάση και τις λίμνες. Στο πεδίο των μαχών οι νίκες συγκλονίζουν το μυαλό: το αίμα ζητάει περισσότερο αίμα. Η πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό γιγαντώνεται και γοητεύει την ψυχή γιατί «το όμορφο είναι λάθος και το λάθος είναι όμορφο». Αυτή την πάλη έρχεται να ζωντανέψει στο Κ.Θ.Β.Ε, από τις 15 Ιανουαρίου, με το μαγικό της ραβδί, μια πραγματική νεράιδα του θεάτρου, η σκηνοθέτης Αναστασία Ρεβή.
Η ίδια, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Theatre Lab Company  μας χάρισε το 2015  άλλον έναν ύπέροχο κόσμο με την παράσταση “Το γλυκό πουλί της νιότης”, το διάσημο δράμα του Τενεσί Ουίλιαμς” που συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Άλμα.

αναστασία ρεβή

Αναστασία, έφυγες από την Ελλάδα για να ζήσεις στο εξωτερικό και να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία, ενώ είχες τελειώσει τη δραματική σχολή του ΚΘΒΕ και την Αγγλική φιλολογία του Α.Π.Θ , σε μια περίοδο μάλιστα οικονομικής ευμάρειας που λίγοι το αποφάσιζαν. Πώς προέκυψε αυτή η απόφαση;

Λονδίνο πήγα γιατί σε πολύ νεαρή ηλικία, κουβαλούσα μεγαλύτερη τρέλα από αυτή που κουβαλάω τώρα. Θεωρούσα ας πούμε ότι εγώ πρέπει να κατακτήσω τον κόσμο, να με γνωρίσει όλος ο πλανήτης… λες και θα έχανε κάτι ο πλανήτης χωρίς εμένα.(γέλια) Τέτοιο χάσιμο μυαλού. Επίσης παντελής έλλειψη αίσθησης κινδύνου. Βέβαια έπαιξε ρόλο και η γνωριμία με τον Ανδρέα Βουτσινά, ο οποίος στα μάτια μου ήταν ένας θεός. Κουβαλούσε όλη την Αμερική και το Παρίσι μαζί του. Ο σκηνοθέτης είναι και ένας μικρός θεός, με την έννοια ότι δημιουργεί το δικό του σύμπαν στη σκηνή, το δικό του κόσμο. Τόσο ψεύτικος, αλλά και τόσο υπέροχος μαζί. Αυτό με συνεπήρε και μένα λοιπόν και αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης. Η δημιουργία του σύμπαντος. Και αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο ως σκηνοθέτης.
Ενώ δηλαδή έπαιζα, ως ηθοποιός είχα πεντακόσια μάτια. Έβλεπα ας πούμε τη γεωμετρία του φωτός. Κοιτούσα ένα κοστούμι και αναρωτιόμουν, γιατί αυτό να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως σκηνικό;

Πρέπει να σου πω ότι εγώ υποφέρω από υπερτροφική φαντασία. Έχω από παιδί μια παράλληλη πραγματικότητα, οπότε στο δικό μου φανταστικό σύμπαν θα πήγαινα ωραιότατα στο Λονδίνο, γιατί αυτό μου έπρεπε. Φεύγω λοιπόν χωρίς καμία αίσθηση της πραγματικότητας. Πού νά ‘ξερα τί δυσκολίες είχα να αντιμετωπίσω!(γέλια) Αλλά εντάξει…wild χρόνια, σπουδές, clubbing, ταξίδια. Είχα αποφασίσει ότι θα γνώριζα όλους τους μεγάλους masters του θεάτρου και το έκανα. Κουβαλούσα μεγάλη τρέλα… Χωρίς λεφτά. Το λέω γιατί είναι σημαντικό. Ζούσα στα πιο φτηνά hostels, δεν έτρωγα σχεδόν τίποτα όλη την ημέρα. Αλλά με πολύ πάθος, δίψα. Είχα μια ακόρεστη δίψα. Όλα για μένα ήταν τέχνη.

Και έκανες το όνειρό σου πραγματικότητα… “Μάκμπεθ” λοιπόν και συνεργασία με το Κ.Θ.Β.Ε 

Μεγάλη χαρά και μεγάλη τιμή. Είμαι “παιδί” του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, οπότε αυτό και αν συνδέεται με την αιώνια νιότη την οποία διαρκώς κυνηγώ και αιωνίως με κατατρέχει, γιατί στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκα και αυτή η πόλη έχει να κάνει με  το παιδάκι που δεν μεγάλωσε ποτέ και συνεχίζει να δημιουργεί τους δικούς του φανταστικούς κόσμους πάνω στη σκηνή. Θεωρώ λοιπόν το Μακμπέθ ένα πολύ  δικό μου πράγμα και αισθάνομαι απίστευτα εμπνευσμένη για αυτή την παράσταση. Είναι Goth, είναι Σκωτία , είναι η ιστορία των μαγισσών, είναι η ιστορία μιας παρεξήγησης  που έστησαν οι μάγισσες και τα ξωτικά σε ένα απλό κοινό άνθρωπο. Ο Σαίξπηρ είναι ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας, μιας και πρόκειται για γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, όπου η οξυδερκής πλοκή των έργων του, η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων του και η μοναδική ποίηση της γλώσσας του αποτελούν απόλυτη έμπνευση για ένα σκηνοθέτη. Η παράσταση “Μακμπέθ” είναι μία παράσταση σταθμός στην καλλιτεχνική μου πορεία.

Μάκμπεθ

Μια παραγωγή για την οποία χρησιμοποίησες μόνο ηθοποιούς του ΚΘΒΕ.

Ναι, για αυτή την παραγωγή πήρα μόνο παιδιά του ΚΘΒΕ. Δεν πήρα κανένα όνομα, και το έκανα πολύ συνειδητά. Πιστεύω στη δύναμη των πόλεων, πιστεύω στην Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν σπουδαίοι καλλιτέχνες σε όλους τους τόπους, αρκεί να έχεις τα μάτια και τις αισθήσεις να τους δεις. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη για τους καλλιτέχνες που έχω μαζί μου. Το cast είναι εξαιρετικό: ο Κωνσταντίνος Καβακιώτης  στο ρόλο του Μακμπέθ, η Πολυξένη Σπυροπούλου στο ρόλο της Λαίδης Μακμπέθ, καθώς και το σπουδαίο δυναμικό του ΚΘΒΕ, όπως οι Νίκος Καπέλιος, Γιάννης Χαρίσης, Βασίλης Σπυρόπουλος, Γιάννης Καραμφίλης, Εύη Σαρμή, Βασίλης Ισόππουλος, καθώς και οι συνεργάτες μου από το Λονδίνο: η Μάιρα Βαζαίου στα εικαστικά (σκηνικά, κοστούμια), ο Γιάννης Κατσαρής στα φώτα και στο βίντεο και οι μοναδικοί “Δαιμόνια Νύμφη”, οι οποίοι γράφουν την πρωτότυπη μουσική της παράστασης, συνθέτουμε όλοι μας μία ομάδα καλλιτεχνών-δημιουργών για την οποία είμαι υπερήφανη και χαίρομαι να δουλεύω μαζί.

Θεωρείς ότι ένα έργο και μια μεγάλη παραγωγή για να πετύχει χρειάζεται κάποια δυνατά γνωστά ονόματα ή έχει αρχίσει και ξεπερνιέται αυτό;

Σε καμιά περίπτωση. Όχι πως δεν τιμώ τους ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει ένα όνομα μέσα από μια σκληρή δουλειά και κατάθεση ψυχής, προς Θεού. Αλλά για μένα δεν είναι το μαγικό συστατικό ή τουλάχιστον το συστατικό της δικής μου μαγείας. Όταν πρότεινα τον Όμηρο Πουλάκη για να κάνει τον Τσανς Γουέην, δεν ήξερα πόσο διάσημος είναι. Μετά το κατάλαβα. Εγώ έψαχνα έναν James Dean, δεν είχα κάποιο κόλλημα με το να είναι σούπερ όνομα. Την Κατερίνα Μαραγκού φυσικά την ήξερα, και εννοείται ότι είναι μεγάλη τιμή και χαρά να συνεργάζομαι με μια τέτοια ηθοποιό. Γενικότερα δε με νοιάζουν οι γνωστοί ηθοποιοί, οι “επώνυμοι”, με νοιάζουν οι παίκτες. Και στο “Μακμπέθ” πήρα παίκτες, ανθρώπους που δεν φοβούνται να τσαλακωθούν, να κάνουν λάθη, να πουν λάθος πράγματα…αυτά τα γουστάρω πολύ. Το λέω πολύ συχνά και σε συναδέλφους και παραγωγούς: Δεν είναι τα ονόματα που θα κάνουν την επιτυχία. Πιστεύω επίσης και στη σύνθεση του θιάσου. Στο “Γλυκό πουλί της νιότης” ας πούμε παίζει η Κατερίνα Μαραγκού και ο Όμηρος Πουλάκης, παίζει όμως και η Αγγελική Μητροπούλου που ερμηνεύει ουσιαστικά τον πρώτο της μεγάλο ρόλο. Ε, δεν είναι πολύ καλή; Η Βέφη Ρέβη; Δεν την ξέρει το ευρύ κοινό στην Ελλάδα, αν και τη γνωρίζει το θεατρόφιλο κοινό, αλλά είναι μια υπέροχη, σπουδαία ηθοποιός. Ο Αργύρης Γκαγκάνης, πολύτιμος συνεργάτης και φίλος ήδη από την Αγγλία, ο οποίος είναι μοναδικός, υπέροχος ηθοποιός, άνθρωπος και άντρας με το Α κεφαλαίο. Ο Αργύρης έχει μια γνώση της μεγάλης εικόνας, πράγμα πολύ σημαντικό, ίσως και γιατί έχει ταξιδέψει πολύ και έχει ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό. Τα ίδια μπορώ να πω για τον Λευτέρη Βασιλάκη και τον Νικόλα Παπαδομιχελάκη: υπέροχοι ηθοποιοί και άνθρωποι. Δεν κολλάω με τα ονόματα.”Τρέλλα” πρέπει να υπάρχει. Και επίσης έμπνευση και “χημεία”, γιατί χωρίς αυτήν υπάρχει μεγάλη ταλαιπωρία…

Γι’ αυτό νομίζω ότι πέρα από τις ευκαιρίες που δίνεις σε νέους καλλιτέχνες, έχεις και κάποιους σταθερούς συνεργάτες με τους οποίους δουλεύεις εδώ και αρκετά χρόνια.

Ναι, ας πούμε  η Μάιρα Βαζαίου, η σκηνογράφος μου είναι σταθερή συνεργάτις μου από το 2005. Ο Γιάννης Κατσαρής, ο φωτιστής και ο φωτογράφος μου είναι μαζί μου από το 2010. Οπότε ξέρεις, αυτές είναι σχέσεις ζωής.

003_ANASTASIA REVI_photo by YIANNIS KATSARIS

Αλήθεια πώς προέκυψε η συνεργασία με την Κατερίνα Μαραγκού και το θέατρο Άλμα στο “Γλυκό πουλί της νιότης”;

Η συνεργασία προέκυψε μετά από πρόταση της Κατερίνας Μαραγκού. Επικοινώνησε μαζί μου όταν ήμουν στο Λονδίνο. Είχε δει μια προηγούμενη δουλειά μου στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στο θέατρο Αγγέλων Βήμα, το “Κούμπα Λίμπρε”,  και της άρεσε η όλη αισθητική και το σύνολο της παράστασης. Δεν είχε στο μυαλό της το συγκεκριμένο έργο, αλλά ήθελε οπωσδήποτε να συνεργαστούμε. Το Καλοκαίρι λοιπόν βρεθήκαμε στην Σύρο όπου έκανε διακοπές, εγώ ήμουν στην Τήνο, και πήγα για να πιούμε τον καφέ μας και να γνωριστούμε. Έτσι βρεθήκαμε δύο τρελές κυρίες διαφορετικής εποχής και διαφορετικού χωροχρόνου, αλλά που κάπως “κλικάραμε” στο τί είναι αυτό που θέλουμε να κάνουμε. Η Κατερίνα διαθέτει πολύ ιδιαίτερες ποιότητες σαν ηθοποιός, αλλά και σαν άνθρωπος και σαν γυναίκα επίσης. Της πρότεινα λοιπόν να κάνει την Αλεξάνδρα Ντελ Λάγκο, και εκείνη ενθουσιάστηκε γιατί λατρεύει τον Τέννεση Ουίλιαμς και έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλά έργα του. Εγώ είμαι και σε μια φάση της ζωής μου που με αφορούν μόνο τα κλασικά έργα, το Άλμα είναι ένα θέατρο υπέροχο, έχουμε μια σπουδαία ηθοποιό την Κατερίνα Μαραγκού, έναν υπέροχο θίασο και ένα τεράστιο συγγραφέα… Οπότε συνέβη!

Το “Γλυκό πουλί της Νιότης” έχει ανέβει στην Ελλάδα αρκετές φορές. Η δική σου σκηνοθετική ματιά πώς το διαφοροποιεί από προηγούμενα ανεβάσματα;

Αν και αυτά πρέπει να τα λένε οι άνθρωποι που τα βλέπουν και όχι οι δημιουργοί, έχω να πω τα εξής : εγώ το “Γλυκό πουλί της νιότης” θα μπορούσα να το κάνω με δύο τρόπους: Ο ένας είναι η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο να είναι μια drag queen και ο άλλος να είναι η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο και ο Τσαρλς Γουέην προϊόντα της εποχής τους, δηλαδή Αμερική της δεκαετίας του 1950. Το απόλυτο όνειρο, το απόλυτο Hollywood, το απόλυτο happy happy life. Σε αυτή λοιπόν την ανάγνωση του έργου έπαιξα πάρα πολύ με την εποχή, με όλη εκείνη την απόδραση στο όνειρο που αναζητούσε η Αμερική μετά τον πόλεμο. Ροκ εντ Ρολ, ζαχαρωτά, Κάντιλακ, όμορφη και αιώνια νιότη και ένας James Dean, που όταν σκοτώνεται με την ασημένια Πόρσε του το 1953, σκοτώνεται το απόλυτο όνειρο. Από εκεί εμπνεύστηκα την ιστορία. “Live fast, die young”: Αυτό αποτέλεσε και την έμπνευσή μου. Και γι’ αυτό προσπάθησα και να βρω έναν James Dean στην Αθήνα, και πιστεύω ότι τον βρήκα: Τον υπέροχο Όμηρο Πουλάκη που πραγματικά του μοιάζει. Ήθελα να παίξω με όλες τις ευαισθησίες των “Επαναστατών χωρίς αιτία” στο ένα κομμάτι, και στο άλλο κομμάτι ήθελα να παίξω με εκείνη τη θρυμματισμένη φυσιογνωμία που δεν μπορεί πια να ζήσει, γιατί το όνειρο τέλειωσε και το κυνηγάει μέσα από φτηνούς έρωτες. Ο απόλυτος συντηρητισμός μιας κοινωνίας της Αμερικής του ’50 που αναζητεί την τέλεια, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή και δεν συγχωρεί την ηδονή, τις ακρότητες, τις εκκεντρικότητες και τελικά ευνουχίζει. Στην παράσταση υπάρχει μια “ροζ” προσέγγιση που κάνει ακόμα πιο σκληρά τα πράγματα.

γλυκό πουλί

Βλέποντας το δικό σου “Γλυκό πουλί της νιότης”, αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι σε ένα πρώτο επίπεδο προσέχεις τις ερμηνείες , τα σκηνικά, τους φωτισμούς, όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο, πέρα από το άρτιο της παράστασης, καταφέρνεις να μεταφέρεις εικόνες και συναισθήματα στο θεατή, θα έλεγα κατευθείαν στο υποσυνείδητό του. Ουσιαστικά “κουβαλάς” την παράσταση μαζί σου και τις επόμενες ημέρες. Αυτό το έχω παρατηρήσει και σε άλλες δουλειές σου. Πώς το πετυχαίνεις;

Πώς το πετυχαίνω…. Μου αρέσει πάρα πολύ να δουλεύω με ένα τρόπο που κινεί το συλλογικό υποσυνείδητο. Θεωρώ ότι ο μεγάλος master αυτής της προσέγγισης είναι ο David Lynch. Εγώ από τις ταινίες του βγαίνω σοκαρισμένη. Δεν ξέρω τί ακριβώς μου έχει κινητοποιήσει, αλλά τις “κουβαλάω” μαζί μου μέρες. Το ίδιο μου προκαλούσε και η μοναδική Πίνα Μπάους. Πήγαινα στις παραστάσεις της και έκλαιγα, γέλαγα , τις σκεφτόμουν την άλλη μέρα. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό το στοιχείο, και προσπαθώ να το κάνω. Παίζω με πράγματα που πρώτα απ’ όλα κινούν εμένα, δεν εξηγώ γιατί, ούτε αναλύω το πώς, απλώς προσπαθώ να πάρω και άλλους φίλους μαζί μου χέρι-χέρι στους λαβύρινθους της δικιάς μου ψυχής. Παράδειγμα: η σκηνή με το μαλλί της γριάς στο “Γλυκό πουλί της νιότης” η οποία για κάποιο λόγο “μιλάει” σε όλο τον κόσμο. Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι έχουν γευτεί ή απλά έχουν μυρίσει την πασπαλισμένη ζάχαρη, δεν ξέρω  αν τους είναι γνώριμο ή άγνωστο, αυτό που ξέρω είναι ότι ανακαλεί κάτι σε όλους.

Ίσως ανακαλεί κάποια μνήμη που έχουμε όλοι από την παιδική μας ηλικία.

Κοίτα εγώ σαν καλλιτέχνης παίζω πάρα πολύ με τα δικά μου “κολλήματα” τα οποία είναι  τα εξής δύο: η παιδική ηλικία και η εφηβεία. Νομίζω ότι οι δικοί μου χρόνοι σταμάτησαν ανάμεσα στα 14 με 16. Οπότε είμαι σε αυτό το ενδιάμεσο, και αυτό το ενδιάμεσο πολλά χρόνια μετά με κατατρέχει.
Παράδειγμα: στην παράσταση  “Μέλισσα” που είδες και εσύ. Ένα παιδάκι που του κόβουν τα δαχτυλάκια. Το παιδάκι είναι χάρτινο και το αίμα του είναι φράουλες…
“Γλυκό πουλί της νιότης”: Ξεκινάει η παράσταση με μια πορσελάνινη κούκλα που  κρατάει ένα μπαλονάκι και μετουσιώνεται μετά στην πορσελάνινη μπαλαρίνα που βγαίνει από ένα μουσικό που το κρατάει η ίδια η πορσελάνινη κούκλα. Η ίδια φοράει τριανταφυλλί κραγιόν. Καμιά γυναίκα στις μέρες μας δε φοράει τριανταφυλλί κραγιόν, είναι τόσο παλιό… Εγώ όμως δακρύζω με αυτή την εικόνα. Χορεύει ένα ροκ εντ ρολ και είναι ανέκφραστη στον απόλυτο χορό της χαράς και του σεξ.

Αναστασία Ρεβή

Τη ζωή σου μπορείς να τη σκηνοθετήσεις;

Όχι φίλε, καθόλου.(γέλια) Και έχει μεγάλη πλάκα όταν το περιμένουν οι φίλοι μου αυτό από μένα επειδή δουλεύω ως σκηνοθέτις. Μου αρέσει πάρα πολύ να παίρνουν εκείνοι πρωτοβουλίες, αποφάσεις. Το πιστεύεις ότι, ίσως λόγω του οργανωτικού κομματιού που έχει η δουλειά μου, κανείς φίλος δε θα μου πει ”Αναστασία εγώ προτείνω αυτό και θα κάνουμε αυτό”; Κανείς. Εγώ όμως έχω τεράστια ανάγκη να είναι κάποιος άλλος αρχηγός και εγώ απλώς να αφεθώ, να μην είμαι captain ακριβώς επειδή το κάνω στη δουλειά μου.

Σου χει έρθει ποτέ να πεις, μηδενίζω το κοντέρ, τα παρατάω όλα και φεύγω προς άγνωστη κατεύθυνση;

Ναι, πολύ. Το χω κάνει και εύκολα θα το ξανακάνω. Καταρχήν εμένα στον χαρακτήρα μου με διέπει το ότι μόνιμα φεύγω. Φεύγω πάντα. Δηλαδή αν με χαρακτήριζε ένας τίτλος αυτός θα ήταν: Η φυγή. Από παιδί. Έχω ένα σακίδιο και ταξιδεύω. Όλες μου οι ιστορίες έχουν μεγάλη ένταση και μικρή διάρκεια. Και περνάω στη επόμενη. Έτσι είναι η φύση μου.

Έχεις όμως και δυο μεγάλες ιστορίες με παντοτινή διάρκεια, τα παιδιά σου.

Αυτή είναι η σχέση μου με τη γη: τα παιδιά μου. Είναι ό,τι αγαπώ πιο πολύ στη ζωή μου. Κανένα θέατρο, καμία παράσταση, κανένα χειροκρότημα, κανένας έρωτας, κανένα ταξίδι, τίποτα δε μπορεί να μου δώσει αυτή τη βαθιά, απόλυτη αγάπη, χαρά και ευτυχία που νιώθω όταν αγγίζω τα χέρια τους, όταν βλέπω τα μάτια τους ,όταν τα μυρίζω, όταν τους μαγειρεύω, όταν μου λένε τα δικά τους θέματα… Το γεγονός ας πούμε ότι έχω να κάνω το πρωινό των παιδιών μου, ενώ το προηγούμενο βράδυ έχω ξενυχτήσει, έχω πρεμιέρα, έχω βρεθεί με τόσο κόσμο, με γειώνει. Εκείνη τη στιγμή είμαι ένας πραγματικός, κανονικός άνθρωπος! Δεν είμαι ρόλος, δεν είμαι στη σφαίρα του φανταστικού, του συγγραφέα. Είμαι ένας πραγματικός άνθρωπος με χέρια, με μάτια, με στόμα. Υπάρχω.

002_ANASTASIA REVI_photo by YIANNIS KATSARIS

Αν ήσουν ρόλος θα ήσουν..

Η Κρουέλα Ντε Βιλ.(γέλια) Και η πρωταγωνίστρια του Chocolat που εμφανίζεται στο χωριό από το πουθενά και τους τρελαίνει με τις σοκολάτες! Το μεγάλο μου πάθος: μαύρη πικρή σοκολάτα, και τώρα τελευταία φλερτάρω τη σοκολάτα με τσίλι.

Παιδικό θέατρο έχεις σκεφτεί να σκηνοθετήσεις Αναστασία;

Όχι και θα το ήθελα πολύ! Και μάντεψε ποιό έργο θα ήθελα να κάνω πολύ! Το πιο σκοτεινό και υπέροχο παραμύθι: Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων!

Θα μπορούσες να παίξεις και την Αλίκη μπορώ να σου πω.

Και τον κούνελο μπορώ να σου πω! (γέλια) Αλλά θα ήμουν και τέλεια ως ο Τρελλοκαπελάς, που είναι ο αγαπημένος μου ρόλος. Ναι αυτό θα ήμουν: ένας ρόλος στο παραμύθι της Αλίκης! Θα ήθελα πολύ να κάνω παιδικό. Και τον Πήτερ Πάν λατρεύω επίσης!

Στο Λονδίνο τί σχεδιάζεις να κάνεις αυτή τη σεζόν.

Μετά τον Μακμπέθ επιστρέφω στο Λονδίνο με το έργο  “Χορεύοντας με το διάβολο” (Dancing with the devil) της Αλέτα Λόουσον που αφορά τη ζωή του Νουρέγιεφ. Μια συναρπαστική, ασύλληπτη ζωή ενός τεράστιου καλλιτέχνη που τη χαρακτηρίζει το πάθος. Πάθος για ζωή, για έρωτα, για χορό, για τέχνη!

Αναστασία Ρεβή

Φωτογραφίες από Λονδίνο : www.yianniskatsaris.co.uk

Συνέντευξη: Γ. Λ

error: Θεατρικά Προγράμματα