«Αμάραντα» της bijoux de kant στο Faust : Κριτική της παράστασης.

Από τη Βίκυ Διαμάντη.

Αμάραντα

Η κωμωδία της bijoux de kant σε κείμενα Παύλου Μάτεσι και Γλυκερίας Μπασδέκη «Αμάραντα» παίζεται στη θεατρική σκηνή του Faust. 
Η bijoux de kant μεταφέρει αυτή τη φορά στην θεατρική σκηνή ένα έργο του Παύλου Μάτεσι διανθισμένο με κείμενα της Γλυκερίας Μπασδέκη. Πρόκειται για το μονόπρακτο «Το φτερό» με πρωταγωνιστές τον Μέμο, τη Μερόπη και τον νεκρό Στάμο, τρεις μπουλουκτσήδες. Παράλληλα στην σκηνή παρακολουθούμε και τη διαδρομή της καλλιτέχνιδος Αντώνας.

αμάραντα

Ο Μάτεσις και σε αυτό το έργο κινείται στην αγαπημένη του θεματολογία: τον έρωτα και τον θάνατο. Σε ένα χώρο εκτός ορατών πλαισίων, δομείται η ξεχωριστή ανθρώπινη εμπειρία του Μέμου (αυτός που θυμάται) και της Μερόπης (η θνητή). Όλα ξεκινούν όταν ο συμπρωταγωνιστής του Μέμου, ο Στάμος (αυτός που σταματά) πεθαίνει λίγο πριν οι δυο τους βγουν στην σκηνή για να κάνουν τη μεγάλη τους θεατρική επιτυχία, ένα στόχο που κυνηγούσαν σε όλη τους τη ζωή και τώρα που έφτασαν σε αυτόν, ο θάνατος του Στάμου αναστέλλει. Ο Μέμος όμως είναι αποφασισμένος να μην αφήσει το θάνατο να εμποδίσει την πραγματοποίηση του ονείρου του. Παράλληλα η Μερόπη ως παρουσία εκπροσωπεί τον άνθρωπο που είναι τρωτός στα πάθη και τους φόβους ενώ το χρήµα, εργαλείο της καθηµερινότητας, εξαγοράζει τη σιωπή της και εγγυάται τη ζωή της. Το έργο κάνει έναν κύκλο: ξεκινάει με το θάνατο και επιστρέφει στο θάνατο. Ο πρώτος θάνατος αποτελεί μία στάση για τη ζωή των ζωντανών συντρόφων του Στάμου, ο θάνατος στο τέλος αποτελεί την ολοκλήρωση του στόχου και την διαιώνιση της Τέχνης, τη σωτηρία των μορφών. «Το θέατρο με έσωσε» παραδέχονται όλες οι μορφές του έργου. Το θέατρο ως μορφή Τέχνης, το θέατρο ως μορφή αντιμετώπισης των δυσκολιών που συνάντησαν στη ζωή τους, λειτουργεί ιαματικά στο ψυχικό τους υπόβαθρο και τους βοηθάει να θέτουν στόχους, να αποκτούν ενδιαφέρον, να ζουν στο δικό τους μικρόκοσμο, απομακρύνοντας ο,τιδήποτε θα μπορούσε να τους τραυματίσει ξανά. Αυτή τη φορά όμως δεν μπορούν να υποδυθούν, πρέπει να αντιμετωπίσουν το θάνατο καταπρόσωπο και να αποδεχθούν την απώλεια. Από την άλλη πλευρά ο φόβος, μιας και η παράσταση πρόκειται να δοθεί σε μία περίεργη βραδιά επανάστασης ενός λαϊκού κινήματος, λειτουργεί ως κίνητρο και όχι ως αποτροπή στον ψυχισμό των μορφών. Δημιουργεί εκείνο το υπόβαθρο για την ηρωποίησή τους, για να κάνουν την υπέρβαση. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο δομείται ορθολογικά η ανθρώπινη εμπειρία, όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του Μάτεσι, εξαφανίζεται, με αποτέλεσμα αυτές οι μορφές να δρουν διαχρονικά παρουσιάζοντας την ελληνική ψυχοσύνθεση. Τα χρόνια περνούν, οι συγκυρίες αλλάζουν, η ζωή εξελίσσεται αλλά από όποια γωνία και αν το δεις, ο Έλληνας παραμένει ίδιος χωρίς σημαντικές αλλαγές. Αυτή την εντύπωση ενισχύει η παρουσία της Αντώνας, μιας υπερκόσμιας καλλιτέχνιδος που διηγείται τη ζωή της και παράλληλα την ιστορία της Ελλάδας. Η κυκλική κίνηση στην σκηνή ενισχύει την ιδέα της ροής του ιστορικού πλαισίου, το μεταθέτει μέσα στις εποχές, αλλά και το γεγονός ότι σε όποια θέση και αν βρεθεί η χώρα, ο Έλληνας θα παραμείνει ίδιος, εγκλωβισμένος στην φθαρτότητα, πάντα έτοιμος να κάνει την υπέρβαση, πάντα στάσιμος στα πάθη του. Το σεξ και εκείνο έχει τη δική του θέση μιας και γίνεται το εισιτήριο για τη ζωή, δένει τους ανθρώπους, τους κάνει συνένοχους του πάθους, τους χωρίζει, τους ενοχοποιεί και τους απενοχοποιεί παράλληλα. Ο γκροτέσκος ρεαλισμός έχει έντονα στοιχεία και σε αυτό το έργο του Μάτεσι καθώς αναµειγνύονται διαφορετικής βαρύτητας καταστάσεις και το αφηρηµένο µεταπίπτει στη σφαίρα του γήινου και σωµατικού. Τα όρια της ανυπαρξίας γίνονται δυσδιάκριτα και συγχέονται µε τη ζωή, καθώς βλέπουμε τον Μέμο να κλαίει για το φίλο του και να τον κατηγορεί ότι πέθανε επίτηδες για να μην τον αφήσει να κάνει επιτυχία. Ωστόσο ο Μέμος δεν θα αφήσει τον Στάμο να τον σταματήσει… Όταν εµείς το απαιτούµε, η απουσία καταργείται… Όπως και άλλοι ήρωες του Μάτεσι, η ύπαρξή του είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς και τα γνωρίζει όλα. Παράλληλα έκδηλη στο έργο είναι και η επιθυμία του συν – ανήκειν: με τη Μερόπη όσα τους χωρίζουν, αυτά τους δένουν στην κοινή τους πορεία, καθώς και οι δύο ανήκουν στον ίδιο θίασο και έχουν δράσει για να διαφυλάξουν, μαζί και με τον Στάμο, την ενότητά του και να σώσουν τις ζωές τους.

αμάραντα

Ο Γιάννης Σκουρλέτης σκηνοθετεί μοναδικά τη συγκεκριμένη παράσταση, με εμφανείς επιρροές από το γερμανικό εξπρεσιονισμό σε συνδυασμό με το στοιχείο της ελληνικότητας, που συχνά επιλέγει ο σκηνοθέτης να τοποθετεί στο στήσιμο των παραστάσεών του δίνοντας έτσι και προσωπική σφραγίδα στο έργο του.

Το στοιχείο της ελληνικότητας ενισχύεται και από τις μουσικές επιλογές του Κώστα Δαλακούρα.

Τα σκηνικά από τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη είναι επίσης σχεδιασμένα προς αυτή την κατεύθυνση. Ο μεγάλος χάρτης της Ελλάδας, τα υλικά που θυμίζουν παραδοσιακά ελληνικά σπίτια, τα κιλίμια, τα χρώματα που επικρατούν. Παράλληλα όμως το σκηνικό έχει και πρακτική χρήση μιας και τα στοιχεία του έχουν ειδικούς συμβολισμούς αλλά και σημεία που εξυπηρετούν την εξέλιξη. Τα κουστούμια επίσης άψογα, με προεξάρχουσα την στολή του γενίτσαρου, θεατρικά και με ωραία αισθητική ενταγμένα αρμονικά στο γενικότερο ύφος της παράστασης.

Οι φωτισμοί από την Χριστίνα Θανάσουλα ενισχύουν το δραματικό στοιχείο.      

Ο Αλέκος Συσσοβίτης στο ρόλο του Μέμου, δίνει μία εσωτερική ερμηνεία, αποτυπώνει τη δραματικότητα ενός ανθρώπου σε δίλημμα. Διατηρεί άψογα την ισορροπία ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο που διακρίνουν τον Μέμο.

Η Μαρία Πανουργιά, ως Μερόπη, συστήνεται ως μία γκροτέσκο φιγούρα, η κλασική κατεργάρα που προσπαθεί να απομυζήσει από παντού χρήματα με διάφορους τρόπους – ακόμη και με τον εκβιασμό. Πειστική, εκφραστική και παράλληλα τραγική, η ηθοποιός δίνει μία πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία.

Στην Μπέττυ Βακαλίδου θα κάνω μία ιδιαίτερη αναφορά καθώς ο ρόλος της είναι ένα είδος «άξονα» στο έργο. Η μορφή της κινείται πάνω και υπεράνω των υπολοίπων μορφών, καθώς η Αντώνα ζει, παρότι έχει πεθάνει (Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…). Το σπάσιμο της φωνής της και ο αργός ρυθμός, η κίνησή της, δωρική και απέριττη, τα ξεσπάσματα χωρίς κραυγές αλλά κυρίως εσωτερικά με ψυχολογική ένταση, δημιουργούν μία ολοκληρωμένη εικαστική εικόνα και όχι απλώς μία υποκριτική ερμηνεία.

Ο Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, ως Στάμος, σιωπηλή μορφή –μου θύμισε τις υπηρέτριες στις ταινίες και τα θεατρικά του Φασμπίντερ. Ωστόσο λειτουργεί ως το ερέθισμα για τις συμπεριφορές των υπολοίπων, ενώ οι κινήσεις του περνούν σιωπηλά μηνύματα και κινούν ειδικά συναισθήματα στον θεατή, που συγκινείται ή ενθουσιάζεται με τα νεύματά του.

Πρόκειται για μία παράσταση πολύ ξεχωριστή, με ειδικό θεατρικό ενδιαφέρον, έντονα συναισθήματα και ωραία αισθητική.      

Ταυτότητα παράστασης

Κείμενο: Παύλος Μάτεσις, Γλυκερία Μπασδέκη
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική: Κώστας Δαλακούρας
Βοηθός σκηνοθέτης: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνογράφου: Νίκος Παπαδόπουλος
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

Παίζουν: Αλέκος Συσσοβίτης, Μαρία Πανουργιά, Μπέττυ Βακαλίδου, Αλέξανδρος Παπαϊωάννου

Παραστάσεις

Πέμπτη έως Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 19.00

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά

Εισιτήρια

Κανονικό: 12€
Φοιτητικό-ανέργων: 10€

Προπώληση: www.viva.gr, τηλ. 11876, Public

 

 

Τιμή εισιτηρίου:

Είσοδος 10 – 12 ευρώ

 

FAUST

Αθηναΐδος 12, Μοναστηράκι, Αθήνα

+30210 3234095, http://www.faust.gr/

 

error: Θεατρικά Προγράμματα